25.2 C
Athens
Tuesday, May 21, 2024
More

    Τα “ρολά” που κατέβασαν εν μια νυκτί εργοστάσια και βιομηχανίες

    Από το χώρο της βιομηχανίας το μη αναμενόμενο ρολό που κατέβηκε ήταν αυτό της Tupperware στη Θήβα, όπου εργάζονται μόνιμα περίπου 160 άτομα, τα οποία καλούνται να αποχωρήσουν από την εταιρεία μέσω εθελουσίας. Η αμερικανική πολυεθνική που έκανε το όνομα του ιδρυτή της συνώνυμο με ένα από τα πιο χρηστικά οικιακά είδη επικαλέστηκε τον παγκόσμιο ανασχηματισμό και τη στρατηγική που θα της επιτρέψει να συνεχίσει τη λειτουργία της, που περιλαμβάνει και τη συνέχιση της δραστηριότητας στην Ελλάδα μέσω της εμπορίας και της αποθήκευσης και διανομης των προϊόντων. Το εργοστάσιο της Θήβας αποτέλεσε το ένα από τα τέσσερα που λειτουργούσε η Tupperware παγκοσμίως και ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1967, σχεδόν 20 χρόνια αφότου ο Earl Tupper παρουσίασε το θρυλικό τάπερ. Μέσω Ελλάδας πραγματοποιούνταν εξαγωγές κυρίως σε τρίτες χώρες, όπως το Ισραήλ και το Κουβέιτ.

    Οι κάτοικοι της Θήβας έβλεπαν πριν από δύο χρόνια να χάνονται επιπλέον 74 θέσεις εργασίας, μετά το αιφνιδιαστικό λουκέτο της ελληνικής θυγατρικής της PipelifeΤο Φεβρουάριο του 2021 η διοίκηση του αυστριακού ομίλου Wienerberger, στον οποίο ανήκε η βιομηχανία σωλήνων περιέγραφε την κίνηση να κλείσει το εργοστάσιο της Βοιωτίας ως μία δύσκολη απόφαση την οποία έλαβε εξαιτίας και της αστάθειας της ελληνικής αγοράς. «Παρά τις προσπάθειές μας, η ελληνική αγορά χρησιμοποιεί διαφορετικά προϊόντα και μεθόδους σωλήνων σε σύγκριση με την πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Κάθε απόφαση καθοδηγείται από τον μακροπρόθεσμο στόχο για περαιτέρω ενίσχυση της θέσης μας ως ο κορυφαίος προμηθευτής συστημάτων σωληνώσεων», δήλωνε εκπρόσωπος της μητρικής, ενώ είχε γίνει προσπάθεια πώλησης της μονάδας αλλά αγοραστής δεν βρέθηκε.

    Σύμφωνα με τους ίδιους, εφαρμόστηκε πρόγραμμα υπηρεσιών υποστήριξης αμοιβών για να βοηθήσει όλους τους υπαλλήλους να προχωρήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτά, παρόλο που η διοίκηση της ελληνικής Pipelife βρισκόταν σε διαδικασία προετοιμασίας business plan για τη δημιουργία προϊόντων που θα απευθύνονται στον αγροτικό τομέα, όπως είχε γίνει γνωστό από τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις του ’19. Την ίδια περίοδο, οι ζημιές έφτασαν τα 353 χιλ. ευρώ, όταν το 2018 είχαν ξεπεράσει τα 1,3 εκατ.. Οι πωλήσεις ήταν μειωμένες κατά 1,7% σε 18 εκατ. ευρώ, ενώ η ελληνική διοίκηση εκτιμούσε πως το 2020 ο τζίρος θα έφτανε τα 19 εκατομμύρια.

    Τις ίδιες μέρες γινόταν πράξη μία απόφαση που ελήφθη στη Γερμανία το 2017. Η ιστορική μονάδα της Πίτσος στου Ρέντη που είχε περάσει στην BSH κατέβαζε ρολά, ενώ η ΓΣΕΕ και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων ενημέρωνε με αλλεπάλληλες επιστολές τους υπουργούς Άδωνι Γεωργιάδη και Χρήστο Σταϊκούρα. Τότε γραφόταν η τελευταία σελίδα της παραγωγής οικιακών συσκευών της BSH Hellas στην Ελλάδα. Οι εργαζόμενοι υποστήριζαν ότι σκοπός της πολυεθνικής ήταν να μεταφέρει την παραγωγή της στην Τουρκία. Το εργοστάσιο απασχολούσε πάνω από 200 άτομα, ενώ το εργοστάσιο είχε ιστορία 155 χρόνων κι είχε ξεκινήσει με την ταμπέλα της Πίτσος.

    Η διάσωση των εργαζομένων της Πίτσος

    Λευκός ιππότης για το προσωπικό της Bosch Siemens Hausgeräten ήρθε η Πυραμίς του Νίκου Μπακατσέλου, που μετέφερε μέρος του μηχανολογικού εξοπλισμού του Ρέντη στο νέο εργοστάσιο της μονάδας στα Οινόφυτα, διασώζοντας και τις θέσεις εργασίας. Ο πρόεδρος του ελληνογερμανικού επιμελητηρίου άδραξε την ευκαιρία να επανασυστήσει τις made in Greece ηλεκτρικές συσκευές, εστίες κουζίνας και απορροφητήρες, στην εγχώρια αγορά. Όσο για το φιλέτο στου Ρέντη, η τύχη του παραμένει άγνωστη, αν και η BSH έχει αναθέσει την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου 50 στρεμμάτων σε γνωστή εταιρεία, από την οποία προέκυψε ότι η εύλογη αξία υπερβαίνει σημαντικά την λογιστική του αξία.

    Από τα Οινόφυτα είχε έρθει η είδηση και για ένα ακόμα λουκέτο, αυτό του εργοστασίου μετασχηματιστών της Schneider Electric, όπου απασχολούνταν περισσότεροι από 90 εργαζόμενοι, οι περισσότεροι εκ των οποίων με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ο όμιλος που διατηρεί μόνο εμπορική παρουσία στη χώρα μας είχε αποδώσει την απόφαση στο «εξαιρετικά δύσκολο παγκόσμιο και εγχώριο επιχειρηματικό περιβάλλον στην αγορά των μετασχηματιστών» και τόνιζε πως «κατέληξε σε αυτή τη σοβαρή απόφαση καθώς οι μεγάλες συσσωρευμένες ζημιές των τελευταίων ετών του εργοστασίου στα Οινόφυτα κατέστησαν τη βιωσιμότητα του αδύνατη» και αφού «εξάντλησε όλες τις εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής εξαγοράς του εργοστασίου, χωρίς αποτέλεσμα».

    Σε συνέντευξή του, ο τότε πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων της εταιρείας, έκανε γνωστό πως σκέψεις για το κλείσιμο της παραγωγικής μονάδας στα Οινόφυτα υπήρχαν ήδη από το 2014, «προφανώς γιατί το ποσοστό κερδοφορίας δεν ήταν το επιδιωκόμενο». Το εργοστάσιο βρήκε τελικά αγοραστή, αφού έβαλε λουκέτο, και κατέληξε σε θυγατρική της Viohalco. Σύμφωνα με τη θυγατρική της γαλλικής πολυεθνικής το τίμημα ανήλθε σε 8,2 εκατομμύρια ευρώ.

    To 2019 πραγματικά ήταν η χρονιά που κατέβασαν ρολά πολλές  πολυεθνικές και άρχισαν να σβήνουν τις μηχανές γραμμών παραγωγής, χωρίς, ωστόσο να εγκαταλείπουν την ελληνική αγορά. Η εισηγμένη Frigoglass πρόσφατα επανήλθε στο προσκήνιο, αφού η επιτροπή ομολογιούχων προχώρησε στην αναγκαστική εκτέλεση του ενεχύρου επί των μετοχών της εταιρείας συμμετοχών που έχει τη Frigoglass, με το 85% του ομίλου να περνά στους ομολογιούχους, βάζοντας τέλος στην εποχή Δαυίδ. Την προηγούμενη φορά που απασχόλησε τόσο την επικαιρότητα η βιομηχανία ψυγείων ήταν το 2019, όταν έσβησε τις μηχανές του εργοστασίου στην Κάτω Αχαΐα, που έπειτα από τέσσερις δεκαετίες.

    Η μονάδα παρήγε εξειδικευμένους ψυκτικούς θαλάμους οικιακής χρήσης και ανταλλακτικά και κατά τους ιθύνοντες, είχε καταβάλει σημαντική προσπάθεια προκειμένου να καταστεί βιώσιμη. Το 2009, δέκα χρόνια πριν το κλείσιμο του εργοστασίου που παρήγε εξειδικευμένους ψυκτικούς θαλάμους οικιακής χρήσης και ανταλλακτικά, είχε υλοποιηθεί πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου για 120 εργαζομένους. Το μοναδικό εργοστάσιο της Frigoglass στην Πάτρα θα πρέπει να βγει προς πώληση, βάσει της συμφωνίας αναδιάρθρωσης που υπογράφηκε με τους ομολογιούχους.

    Περικοπές στην παραγωγή είχαν πραγματοποιήσει βέβαια κι άλλες πολυεθνικές, όπως η Upfield, θυγατρική του KKR που είχε εξαγοράσει από την Ελαΐς – Unilever, τις μαργαρίνες, το ελαιόλαδο και το εργοστάσιο στην Πειραιώς, όπου παραγόταν το βιτάμ. Το 2019 αποφάσισε να μεταφέρει την παραγωγή του Βιτάμ Soft σε εργοστάσια της Ευρώπης.

    Τελευταία Άρθρα

    Σχετικά Άρθρα