24 C
Athens
Thursday, May 30, 2024
More

    Γουσταύος Κλάους: Ο άνθρωπος που έβαλε την Ελλάδα στον παγκόσμιο οινικό χάρτη

    Το βιβλίο Γκούτλαντ, ο Γουσταύος Κλάους και η χώρα του κρασιού του Νίκου Μπακουνάκη, είναι μια θαυμάσια μυθιστορηματική αφήγηση της ιστορίας του Βαυαρού εμπόρου που ήρθε στην Πάτρα στα μέσα του 19ου αιώνα και δημιούργησε την Οινοποιία Αχαΐα, έναν εντυπωσιακό μικρόκοσμο ανθρώπων που συνέβαλε με τον δικό του τρόπο στη δημιουργία των κρασιών της Γκούτλαντ, γνωστών σε ολόκληρο τον κόσμο.

    Τα γεγονότα και τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σε αυτό το γοητευτικό ιστορικό ταξίδι που καλύπτει περισσότερο από έναν αιώνα, έως το 1949, και έχει επίκεντρο την Πάτρα συνθέτουν την ιστορία της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης σε μια εποχή που ακόμα διαμορφωνόταν το ελληνικό κράτος.

    «Στο εξώφυλλο του βιβλίου, στη φωτογραφία του 1900 που τραβήχτηκε για το τέλος του αιώνα, είναι όσοι εργαζόμενοι βρίσκονταν στην οινοποιία εκείνη τη στιγμή», εξηγεί ο Νίκος. «Από τα ρούχα, τα κοσμήματα αλλά και από τη στάση του σώματος καταλαβαίνουμε ότι εκπροσωπούνται όλες οι κατηγορίες των εργαζομένων, υπάλληλοι, στελέχη, χωριάτισσες που φοράνε λινατσένια ρούχα, παιδάκια με τις ντρίλινες ποδιές, ο φουστανελοφόρος, Γερμανίδες με τα πλαστρόν.

    Επίσης, έχει ενδιαφέρον το ότι ανάλογα με το τι είναι κρατούν και διαφορετικό ποτήρι. Υπάρχει και ένας μουσικός Βαυαρός ο οποίος κρατάει το τσίτερ, το παραδοσιακό έγχορδο όργανο της Κεντρικής Ευρώπης, που το είχαν πάρα πολύ στα πανηγύρια. Στο κέντρο είναι ο οινολόγος της εταιρείας, ο Ιάκωβος Κλίπφελ, δίπλα του είναι η γυναίκα του Αδελαΐδα και πίσω του ο γιος του Χέρμαν με τρουά πιες κοστούμι, παπιγιόν και ρολόι με αλυσίδα. Μπορείς να φτιάξεις μια ιστορία με αυτήν τη φωτογραφία».

    — Γιατί σε ενδιέφερε ο Γουσταύος Κλάους;
    Γιατί είναι κατά κάποιον τρόπο παιδικό βίωμα. Μεγάλωσα στην Πάτρα και η οινοποιία του Γουσταύου, η Αχάια Κλάους, ήταν εκεί, παρούσα. Ήταν ένας χώρος όπου πηγαίναμε εκδρομές, αλλά ήταν και η Μαυροδάφνη, ένα παραδοσιακό ποτό την περίοδο του καρναβαλιού – παραμένει, ιδιαίτερα αυτή που έχει την ιστορική ετικέτα και τον κωδικό 601, που ήταν η μυστική συνταγή στο βιβλίο συνταγών του Γουσταύου. Το βιβλίο το αφιερώνω στον παππού μου, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1888 και είχε κι αυτός αμπέλια.

    Μεγάλωσα μέσα στα αμπέλια, δηλαδή έχω τη μνήμη του αμπελιού, της ζωής στο όριο μεταξύ της πόλης και των κτημάτων, των αγροκτημάτων, του αγροτικού χώρου, της ελιάς, του σταριού, οπότε με ενδιέφερε πολύ ο Γουσταύος. Επιπλέον, όταν άρχισα λίγο να τον ψάχνω, είδα ότι είναι μυθιστορηματικός ήρωας, η ζωή του είναι σαν ένα μυθιστόρημα, οπότε σκέφτηκα να κάνω αυτή την έρευνα, η οποία πραγματικά με οδήγησε σε περιοχές που ούτε καν φανταζόμουν ότι υπήρχαν.

    Γκούτλαντ
     Οι εργαζόμενοι της Γκούτλαντ, με τις οικογένειες τους, σε φωτογραφία για το Fin de Siècle, δηλαδή για το τέλος του 19ου αιώνα. Στο κέντρο κάθονται ο οινοποιός της εταιρείας Γιάκομπ Κλίπφελ και η σύζυγός του Αδελαΐδα.

    — Οι λεπτομέρειες που περιγράφεις είναι εκπληκτικές. Πού βρήκες τις πηγές για να γράψεις το βιβλίο;
    Τα περισσότερα στοιχεία σε αυτό το βιβλίο προέρχονται από τα αρχεία της Αχάια Κλάους. Ο Γουσταύος, ως Γερμανός, ήταν πάρα πολύ συστηματικός. Βέβαια, δεν ήταν ο τυπικός Γερμανός, ήταν Πρώσος, Βαυαρός, πιο ανάλαφρος, μολονότι ήταν προτεστάντης και όχι καθολικός, όπως οι περισσότεροι Βαυαροί. Επομένως υπάρχει ένα συστηματικό αρχείο όπου είναι καταγεγραμμένο το παραμικρό. Υπάρχει το μετοχολόγιο, που είναι πάρα πολύ σημαντικό, το πώς οι μετοχές περνάνε από τον έναν μέτοχο στον άλλον, υπάρχουν τα βιβλία εισερχόμενης-εξερχόμενης αλληλογραφίας που περιέχουν τεράστιες πληροφορίες, υπάρχει το βιβλίο επισκεπτών που τηρείται απ’ το 1885 μέχρι και σήμερα, με κείμενα γραμμένα στα γερμανικά και στα ελληνικά της εποχής του Κλάους, δηλαδή περίπου μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Υπάρχει πάρα πολύ φωτογραφικό υλικό, π.χ. με τους ναΐσκους που είχε δημιουργήσει για τους ορθόδοξους και για τους καθολικούς εργαζόμενους. Είναι πολλά τα στοιχεία που μπορείς να πάρεις από τον τόπο που λειτουργεί συνολικά ως αρχείο, και μπορούν να σε βοηθήσει να τον ανασυστήσεις. Ουσιαστικά ήθελα να ανασυστήσω και το τοπίο, και την καθημερινή ζωή, μέσα από τους γάμους και τις κηδείες κ.λπ.

    — Το βιβλίο ξεκινάει από την Τεργέστη. Πώς ήταν εκείνη την εποχή;
    Η Τεργέστη είναι ουσιαστικά το λιμάνι της Κεντρικής Ευρώπης, το λιμάνι της Αυστροουγγαρίας, απ’ όπου ξεκινούσαν όλες οι μεγάλες γραμμές για το Λεβάντε και την Ανατολή, και αργότερα για την Αμερική. Από κει έφευγαν όλα τα πλοία που έπαιρναν τους μετανάστες Σλάβους, Αλβανούς, Έλληνες και Τούρκους και τους πήγαιναν στην Αμερική όταν έγινε η μεγάλη μετανάστευση στα τέλη του 19ου αιώνα. Ταυτόχρονα από εκεί ξεκινούσαν και οι μεγάλες επιβατικές γραμμές, οι οποίες κατέβαιναν την Αδριατική Θάλασσα, έπιαναν δεξιά και αριστερά, δηλαδή στα λιμάνια της Δαλματίας και της Ιταλίας, μετά στην Κέρκυρα, στην Πάτρα, και μετά διακλαδίζονταν. Η μία πήγαινε πήγαιναν προς Αλεξάνδρεια και Άγιους Τόπους, και αργότερα, όταν άνοιξε και η Διώρυγα του Σουέζ, έφταναν μέχρι την Ινδία – ξεκινάω το βιβλίο με ένα πλοίο που έρχεται από την Ινδία, του Αυστριακού Λόυδ, και δύο ναύτες του έχουν πανώλη και πεθαίνουν, αλλά η πόλη δεν ταράζεται απ’ αυτό και συνεχίζει τη ζωή της.

    Γκούτλαντ
     Ο Γουσταύος Κλάους σε μία από τις τελευταίες φωτογραφίες του. Ατελιέ Μέλιος, Μόναχο.

    Η άλλη γραμμή πήγαινε προς Κωνσταντινούπολη και Μαύρη Θάλασσα. Επομένως, δεν ήταν μόνο μια πύλη εξόδου της Αυστροουγγαρίας και της Κεντρικής Ευρώπης, όπου έφταναν και σιδηροδρομικές γραμμές κλπ., ήταν ταυτόχρονα και ένα κέντρο αναφοράς όλου του κόσμου των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Ήταν μια πόλη κοσμοπολίτικη, γιατί το ορθόδοξο νεκροταφείο της Τεργέστης –σήμερα ένα μνημείο όπου μπορείς να δεις όλα τα ονόματα των εμπόρων που έμεναν εκεί– είχε Αυστριακούς, Ούγγρους, Σλοβένους, Εβραίους, Έλληνες, είχε καταπληκτικά ξενοδοχεία, είχε θέατρα, είχε καταστήματα… Ο ήρωάς μου, ο Γουσταύος Κλάους, παίρνει το πλοίο του Λόυδ που προανέφερα, μιας μεγάλης ατμοπλοϊκής εταιρείας που μετέφερε επιβάτες, εμπορεύματα, ζώα, άλογα κυρίως που προορίζονταν για τους διάφορους τοπικούς πολέμους.

    — Για ποιον λόγο είχε έρθει ο Γουσταύος στην Ελλάδα; Πώς βρέθηκε στην Πάτρα;
    Τον 19ο αιώνα έχουμε την αποικιακή εξάπλωση των μεγάλων βιομηχανικών χωρών – κεντρική θέση κατείχαν τα προϊόντα υφαντουργίας της αγγλικής βιομηχανίας. Έτσι ένα πολύ μεγάλο μέρος της παραγωγής και του εμπορίου του βάμβακος ήταν στην Κεντρική Ευρώπη, κυρίως γύρω απ’ τη λίμνη Κωνσταντία, και από τις βαυαρικές της ακτές, και από τις ελβετικές. Αυτοί οι έμποροι και οι επιχειρηματίες κατέβηκαν προς τον Νότο, είτε στη νότια Ιταλία, στην περιοχή της Καμπανίας, της Νάπολης, είτε στην Ελλάδα, στα Ιόνια Νησιά και στο νέο κράτος τότε, για να επεκτείνουν το εμπόριο των προϊόντων υφαντουργίας.

    Έτσι, λοιπόν, ο Κλάους ήρθε ως διευθυντής μιας τέτοιας εταιρείας ενός Ελβετού που λεγόταν Φεντερίκο Γκρούμπερ, η οποία γρήγορα αυτονομήθηκε από το κέντρο της στη Γένοβα και, εκτός από εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, άρχισε να κάνει και εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, δηλαδή λάδια, σταφίδες, βελανίδια, που τα χρησιμοποιούσαν σε βυρσοδεψεία για την κατεργασία του δέρματος, μετάξι, σύκα – όλα αυτά τα προϊόντα παρήγε η αγροτική Ελλάδα τότε. Έτσι, το 1852 και στις αρχές του 1860, παράλληλα με το εμπόριο, δημιούργησε την οινοποιία.

    — Ήταν 27 χρονών όταν ήρθε. Σε τι συνθήκες βρήκε την Πάτρα;
    Η Πάτρα ήταν ένα χωριό. Υπάρχει μια περιγραφή του Φλομπέρ, ο οποίος τελειώνει εκεί το μεγάλο ταξίδι στην Ανατολή, που την αναφέρει ως μια πόλη άθλια, και υποτίθεται ότι έμεινε στο καλύτερο ξενοδοχείο της. Στις επιστολές που στέλνει στη μητέρα του της λέει ότι «μένουμε σε ένα ξενοδοχείο που ο θεός να το κάνει, καταγώγιο, η τουαλέτα είναι έξω, σε ένα δωμάτιο που είναι και κοτέτσι, είναι μια τρύπα, και είμαι σίγουρος ότι ο μάγειρας μαρινάρει τα κοτόπουλα και όλα αυτά που μαγειρεύει με τα σκατά. Το μόνο ενδιαφέρον που βρίσκω σε αυτό το ξενοδοχείο είναι ένας νεαρός στον οποίο μόλις αχνοφαίνεται το μουστάκι». Μετά την Επανάσταση του ’21, δηλαδή μετά τη δημιουργία του κράτους, η Πάτρα είναι μία από τις πρώτες πόλεις που σχεδιάζεται από τον Σταμάτιο Βούλγαρη που ήταν μηχανικός της γαλλικής στρατιάς.

    Ο Βούλγαρης σχεδιάζει μια πόλη μοντέρνα, κατά μήκος της θάλασσας –γιατί η Πάτρα ως τότε δεν έφτανε στη θάλασσα, ήταν γύρω από το κάστρο, η λεγόμενη Παλιά Πόλη–, η οποία γίνεται πλέον το εμπορικό λιμάνι της δυτικής Ελλάδας και γενικά το κέντρο του εμπορίου σταφίδας, το οποίο άφηνε τεράστιο κέρδος. Χάρη σε αυτό το εμπόριο συγκεντρώθηκαν στην Πάτρα πάρα πολλοί έμποροι, και ξένοι, κυρίως Εγγλέζοι και Γερμανοί, αλλά και Έλληνες που ήταν είτε της διασποράς, δηλαδή από το Λιβόρνο, την Τεργέστη, είτε Έλληνες απ’ τις οθωμανικές επαρχίες, απ’ την Ήπειρο, απ’ τη Σμύρνη.

    Επομένως ήταν μια πόλη που είχε δυναμική, έτσι αναπτύχθηκε πάρα πολύ σύντομα, ο πληθυσμός της αυξήθηκε πάρα πολύ. Προς το τέλος του 19ου αιώνα και μέχρι τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ κομψή νεοκλασική πόλη. Μετά, με την αντιπαροχή κ.λπ., ιδιαίτερα την περίοδο της χούντας, άρχισε να καταστρέφεται αυτό το απόθεμα των νεοκλασικών κτιρίων, μερικά από τα οποία ήταν μέγαρα, ήταν πολύ μεγάλα κτίρια.

    — Ο Γουσταύος τι ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση της εικόνας της πόλης; Αναφέρεις ότι βοήθησε να χτιστεί το Δημοτικό Θέατρο.
    Ο Γουσταύος ανήκε στο μεικτό μεγαλοαστικό στρώμα που αποτελούνταν από Έλληνες, Γερμανούς και Άγγλους, οι οποίοι χρηματοδότησαν την ανέγερση σημαντικών κτιρίων στην πόλη όπως το Δημοτικό Θέατρο και το Δημοτικό Νοσοκομείο –που υπάρχει ακόμα και έχει μετατραπεί σε ένα είδος πολιτιστικού κέντρου–, εκκλησίες, και τα ιδιωτικά τους μέγαρα βέβαια. Έφτιαχναν ένα είδος μετοχικών εταιρειών και με τα χρήματα αυτά χρηματοδοτούσαν τις κατασκευές. Δεν υπήρχε η έννοια του κράτους, υπήρχε μία τοπική αυτονομία θα λέγαμε.

    — Το οινοποιείο πότε το φτιάχνει;
    Το οινοποιείο αρχίζει να το δημιουργεί απ’ το 1861, με την αγορά των αμπελώνων και με την ανέγερση των πρώτων κτιρίων. Μέσα σε μία δεκαετία, 1871-72, όταν κάνει πλέον ανώνυμη εταιρεία την οινοποιία αυτή με μετόχους απ’ όλη την Ευρώπη, κυρίως μεγάλους εμπορικούς οίκους, παίρνει μορφή όλο αυτό το τοπίο, γίνεται όπως το βλέπουμε σήμερα.

    Γκούτλαντ
    Το κτισμένο τοπίο της Αχαίας-Γκούτλαντ φωτογραφημένο στο τέλος του 19ου αιώνα από τον Ιταλοπατρινό φωτογράφο Αθανάσιο-Ιωσήφ Ατσαρίτι. Επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ από το χρωμολιθογραφείο της Πάτρας Βαριάντζα.

     Μίλησέ μου για το τοπίο που διαμόρφωσε.
    Πρώτα απ’ όλα, αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει ακόμα και σήμερα είναι ένα skyline από πέτρινους πύργους, οι οποίοι είναι ψηλότεροι απ’ όλα τα άλλα κτίρια. Αυτοί οι πέτρινοι πύργοι σχετίζονταν με την προστασία και την άμυνα του οινοποιείου, γιατί ο Κλάους το δημιουργεί στο διάστημα της μεσοβασιλείας, δηλαδή από την έξωση του Όθωνα μέχρι τον ερχομό του Γεωργίου Α’, μια εποχή έξαρσης των ληστειών – άλλωστε και ο ίδιος έπεσε θύμα ληστείας του περίφημου Τάσου Λύγκου του αρχιληστή. Δημιουργεί, λοιπόν, αυτούς τους πύργους, οι οποίοι, εκτός του ότι δημιουργούν μια επιβλητική εικόνα κατά τα πρότυπα των γαλλικών σατό, των οινοποιείων ιδιαίτερα της περιοχής του Μπορντό, είχαν και την πρακτική λειτουργία της προστασίας και της οχύρωσης των εργαζομένων σε περίπτωση που γίνονταν επιθέσεις από ληστές.

    Γι’ αυτό υπήρχε σκοπευτήριο μέσα στην οινοποιία και εκπαιδεύονταν οι εργαζόμενοι στη χρήση των όπλων. Περισσότερο θυμίζει Τοσκάνη το τοπίο εκεί, δεν είναι το τοπίο της Βουργουνδίας. Κάποιοι γερμανικοί οδηγοί της εποχής το συνέκριναν με ένα οινοποιείο στη Νότια Αφρική, που είχαν δημιουργήσει Ολλανδοί. Έχει τρεις πύργους, τη βίλα του Γουσταύου, την Γκούτλαντ, η οποία όταν η εταιρεία πέρασε στους Έλληνες ιδιοκτήτες της ονομάστηκε βίλα Κωστάντζα, από το όνομα της γυναίκας του νέου ιδιοκτήτη (είναι μουσείο τώρα), έχει κελάρια – μάλιστα ένα από τα πρώτα ονομάστηκε Μπασίλικα, γιατί είχε τον ρυθμό της βασιλικής.

    Το τοπίο συμπληρωνόταν από τα αμπέλια, που ήταν ακριβώς έξω απ’ την οινοποιία –υπάρχει και σήμερα ένα μέρος τους–, τις μεγάλες δεξαμενές που είχε για νερό και γενικότερα από τα βαρέλια. Δηλαδή υπάρχει το χτισμένο κομμάτι, το τοπίο των εξαρτημάτων και των οχημάτων, και το φυσικό τοπίο, κυρίως τα κυπαρίσσια που ορίζουν τους δρόμους, όπως στην Τοσκάνη. Τα κυπαρίσσια τα χρησιμοποιούσαν και για την ξυλεία.

    Γκούτλαντ
    Η οικογένεια Κλάους γύρω στο 1870. Ο Γουσταύος, η γυναίκα του Θωμαΐδα, το γένος Καρπούνη, και η κόρη τους Αμαλία. Φωτογραφία στούντιο από τον φωτογράφο πορτρέτων του Μονάχου Ματίας Πέσενμπαχερ.

     

     Τι ήταν το Γκούτλαντ που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο σου;
    Γκούτλαντ είναι μια γερμανική λέξη, η οποία όμως δεν υπάρχει στα γερμανικά, είναι το ανάποδο της εύφορης γης. Ήταν η βίλα του, το σπίτι όπου έμενε στην οινοποιία, και υπάρχει αυτούσια σήμερα. Παντού στο υλικό της εποχής και στις διαφημίσεις αναφέρεται ως Γκούτλαντ, μέχρι και στις καρτ-ποστάλ. Μου άρεσε ως τίτλος όχι μόνο γιατί έτσι ονομάστηκε η εταιρεία αλλά γιατί ουσιαστικά παραπέμπει σε μια «χώρα» που κατοικείται, δεν είναι απλώς ένας επιχειρηματικός χώρος. Ζουν σε αυτήν άνθρωποι που παντρεύονται και τα παιδιά τους μεγαλώνουν και πάνε σχολείο εκεί, πεθαίνουν και θάβονται εκεί.

    — Και ο ίδιος ζήτησε να ταφεί εκεί, ήταν η πατρίδα του αυτή.
    Ναι, ακριβώς. Έφτιαξε τον τάφο του εκεί.

    Τι άνθρωπος ήταν ο Γουσταύος; Ήταν αγαπητός στην Πάτρα; Γιατί αναφέρεις ότι στην κηδεία του τα στεφάνια ήταν λιγότερα από άλλων Γερμανών που είχαν πεθάνει νωρίτερα. 
    Ίσως δεν είχε τόσο ενεργή παρουσία στη δημόσια ζωή, ήταν διακριτική. Ξέρουμε ότι αλληλογραφούσε με τον Χαρίλαο Τρικούπη στα γαλλικά· ο Τρικούπης προφανώς τον θεωρούσε πολύ σοβαρό και ρωτάει τη γνώμη του για φορολογίες, δημόσια έργα κ.λπ. Δεν έχω βρει, όμως, έντονη παρουσία του στα σωματεία της εποχής, γι’ αυτό ίσως τα στεφάνια ήταν λιγότερα. Από τις καταγραφές που έχουμε από εργαζομένους στους οποίους πέρασε η μνήμη του Γουσταύου Κλάους από τους πατεράδες τους, τους πρώτους κατοίκους της «κολονί» –έτσι ονόμαζε την Γκούτλαντ– φαίνεται ότι ήταν ένας άνθρωπος πολύ αγαπητός, πολύ ήπιος.

    — Η Πάτρα απέκτησε γερμανική παροικία τον 19ο αιώνα. Πώς είχαν έρθει τόσοι Γερμανοί;
    Οι Γερμανοί είναι μια πολύ σημαντική ιστορία της Πάτρας, που τελειώνει με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ασχολούνται με το εμπόριο, την εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων και την εξαγωγή αγροτικών προϊόντων. Υπάρχουν οι βασικοί έμποροι και επιχειρηματίες όπως ο Γουσταύος Κλάους, ο Θεόδωρος Άμβουργερ, και αυτοί φέρνουν μαζί τους προσωπικό, πολλούς Γερμανούς που γίνονται διευθυντές εταιρείας, υπάλληλοι στα λογιστήρια ή μεσίτες κλπ.

    Έτσι δημιουργείται ένας κρίσιμος πληθυσμός Γερμανών. Επηρέασαν πάρα πολύ την κοινωνία, γι’ αυτό στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στη διάρκειά του έχουμε αναφορές από τις μυστικές υπηρεσίες και την αντικατασκοπεία της Βρετανίας, της Γαλλίας κλπ. για το κατά πόσο η Πάτρα είναι έρμα της προπαγάνδας των Γερμανών ακριβώς λόγω του κύρους και της παρουσίας της γερμανικής παροικίας στην πόλη.

    Γκούτλαντ
    Το κελάρι «Μπασίλικα» της Αχαίας-Γκούτλαντ, φωτογραφημένο το 1885 από τον αυστριακό φωτογράφο Αλοϊς Μπέερ

     

     Οι Βαυαροί την εποχή που ήρθε ο Γουσταύος έφευγαν μαζικά από τη χώρα.
    Η Βαυαρία ήταν σε οικονομική κρίση την εποχή εκείνη, όπως όλα τα νοτιοδυτικά κρατίδια της Γερμανίας. Ο ίδιος ο βασιλιάς, το κράτος, παρότρυνε τους Βαυαρούς να φύγουν, μάλιστα δημιούργησε σειρά νόμων κατά των ανέργων, κατά φτωχών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ένας που απαγόρευε τους γάμους. Δηλαδή, αν ήσουν φτωχός, δεν είχες στον ήλιο μοίρα, δεν μπορούσες να παντρευτείς, είχες το δικαίωμα να παντρευτείς μόνο αν αποφάσιζες να φύγεις ή εάν κατατασσόσουν στα εθελοντικά σώματα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αυτά που έρχονταν στην Ελλάδα για να αντικαταστήσουν τον τακτικό βαυαρικό στρατό που είχε έρθει με την αντιβασιλεία.

    Οι Βαυαροί ήρθαν στην Ελλάδα ως εθελοντές, οι παντρεμένοι με τις οικογένειές τους και τα παιδιά τους. Αλλά ενώ τους παρότρυνε ο βασιλιάς Λουδοβίκος και τους υποσχόταν ότι εδώ θα εύρισκαν μια γη της επαγγελίας, λέγοντάς του ότι γι’ αυτό έστειλε εδώ τον γιο του, έρχονταν κι έβρισκαν φτώχεια, αρρώστιες, ζέστη το καλοκαίρι που δεν μπορούσαν να τις αντέξουν. Πολλοί πέθαναν, άλλοι επέστρεψαν. Οι μόνοι που μείνανε ήταν δύο παροικίες αυτών των φτωχών Βαυαρών: η μία αποτελούνταν από αγρότες που εγκαταστάθηκαν στο Νέο Ηράκλειο, στην Αθήνα, και οι άλλοι από ανθρακωρύχους που πήγαν στα ορυχεία της Κύμης για την εξόρυξη κάρβουνου. Οι Βαυαροί της Πάτρας ήταν επιχειρηματίες.

    Και πώς έμειναν στην Ελλάδα κατά τις διώξεις που έγιναν στους δύο πολέμους;
    Όσοι είχαν διατηρήσει τη γερμανική υπηκοότητα απελάθηκαν ως εχθρικοί υπήκοοι και οι επιχειρήσεις τους πέρασαν σε καθεστώς μεσεγγύησης του ελληνικού δημοσίου. Όσοι όμως είχαν πάρει την ελληνική υπηκοότητα δεν απελάθηκαν, ήταν Έλληνες πια.

    — Αναφέρεις ότι οι Τριεστίνοι έπιναν με νερό το Terrano και το Istriano. Οι Έλληνες έβαζαν σόδα…
    Αυτό το αναφέρει ο οδηγός Μπέντεκερ, ο οποίος περιγράφει καφενείο στην Αθήνα όπου πίνουν Δεμέστιχα με σόδα.

    — Τι κρασιά έφτιαχνε το Γουσταύος;
    Έφτιαχνε τα κρασιά που τότε ζήταγε η Ευρώπη και ο κόσμος. Ενισχυμένα, με υψηλό αλκοολικό βαθμό, και γλυκά στον τύπο του Πόρτο, της Μάλαγας, του Μαρσάλα. Αυτός βρήκε την πρώτη ύλη στην ποικιλία Μαυροδάφνη, την οποία έκανε γλυκό κρασί. Αυτό ήταν το πρώτο κρασί του Γουσταύου. Επίσης, έκανε κρασιά που τα έλεγε «σαν», «σαν Μάλαγα», «σαν Πόρτο», «σαν σέρι», όλα όσα κατανάλωναν στην Ευρώπη, στην Ινδία και στη βόρεια Αφρική. Η Μαυροδάφνη ήταν ένα μαύρο μικρόρωγο σταφύλι που σήμερα είναι πολύ της μόδας γιατί από αυτό γίνεται ξηρό κρασί, το χρησιμοποιούν πάρα πολύ ιδιαίτερα σε οινοποιεία της Πελοποννήσου, της Κεφαλονιάς κ.λπ. γιατί είναι ένα σταφύλι που ευδοκιμεί σ’ αυτές τις περιοχές. Μετά ο Γουσταύος αρχίζει να ανακαλύπτει τοπικές ποικιλίες, τις οποίες έχουμε καταγραμμένες στο βιβλίο των συνταγών του.

    Γκούτλαντ
    Ο Ελληνας διάδοχος του Κλάους, Βλάσης Αντωνόπουλος.
    Γκούτλαντ
    Η Ιταλίδα σύζυγος του Βλάση Αντωνόπουλου, Κωνστάντσα.

    Είναι περίπου 1.000 σελίδες, μακρόστενο και στο τέλος βρίσκουμε κωδικοποιημένες τις ποικιλίες. Π.χ. έχει ως AD το Αλεπού Δεμέστιχα, την ποικιλία ροδίτης αλεπού, χρησιμοποιεί επίσης το Φιλέρι, την ποικιλία Τριπολιτσά που είναι το μοσχοφίλερο της περιοχής της Αρκαδίας που έχει φλούδα γκρι χρώματος και κάνουν τώρα τα κρασιά blanc de gris κ.λπ. Χρησιμοποιεί, επίσης, τη βολίτσα, που είναι ένα σταφύλι της ορεινής Αχαΐας, το μαύρο Καλαβρυτινό, το Σάντα Μάουρα, μια ποικιλία της Λευκάδας. Ουσιαστικά αρχίζει να φτιάχνει ξηρά κρασιά και από ξηρή Μαυροδάφνη. Το πρώτο του ξηρό κρασί είναι η Δεμέστιχα, το οποίο είναι και το πρώτο που εμφιαλώνει το 1899, γιατί μέχρι τότε τα κρασιά δεν εμφιαλώνονταν, εξάγονταν σε βαρέλια και τα εμφιάλωναν κατά τόπους.

    — Πώς ήταν οι συνθήκες εργασίας στο οινοποιείο και στα αμπέλια;
    Πάρα πολύ σκληρές. Η δουλειά ξεκινούσε πριν από την ανατολή του ηλίου και τελείωνε περίπου μία ώρα μετά τη δύση του, δηλαδή το καλοκαίρι μπορεί να δούλευαν και 14 ώρες. Ακόμα και όταν εισήχθησαν τα ρολόγια στην εταιρεία, η έναρξη και η λήξη της εργασίας γινόταν με μια καμπάνα, η οποία εγκαταστάθηκε στην κορυφή ενός πύργου το 1872 και υπάρχει ακόμα και σήμερα. Χτυπούσε πριν από την ανατολή, οπότε οι άντρες ξεκινούσαν να πάνε στα αμπέλια, στα βαρελάδικα, στις διάφορες δουλειές που έχει μια οινοποιία όλο τον χρόνο.

     Ξέρουμε πόσο ήταν το προσωπικό;
    Υπήρχε το μόνιμο προσωπικό που έμενε μέσα στην οινοποιία, στα διαμερίσματα των πύργων που ήταν ενός δωματίου ουσιαστικά – μια οικογένεια μπορεί να μοιραζόταν ένα δωμάτιο ή δύο, με κοινή κουζίνα. Μπάνια δεν υπήρχαν, ήταν έξω, αργότερα μπήκαν μέσα στους πύργους. Αυτοί που έμεναν μέσα ήταν γύρω στους 130, αλλά υπήρχαν και πολλοί εποχικοί εργάτες, οι οποίοι έρχονταν από τα γύρω χωριά· αυτή η οινοποιία έδινε δουλειά και στα γύρω χωριά και οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν δεν ήταν μόνο σχέσεις εργασίας, πολλά κορίτσια από τα χωριά αυτά παντρεύονταν μέλη της κοινότητας. Π.χ. πολλοί Μαλτέζοι παντρεύτηκαν Ελληνίδες από τα γύρω χωριά.

    — Και ο Γουσταύος πήρε γυναίκα Ελληνίδα.
    Παντρεύτηκε τη Θωμαΐδα Καρπούνη.

    — Η οποία πέθανε και τάφηκε στο Μόναχο.
    Σε ένα νεκροταφείο που είναι τώρα στο κέντρο του Μονάχου, το οποίο δεν λειτουργεί πια ως νεκροταφείο αλλά είναι σικ περιοχή για βόλτα, ένα πάρκο. Δεν ξέρω γιατί δεν τάφηκε στην Ελλάδα, υποθέτω ότι την ήθελε εκεί η κόρη της – έμεναν και οι αδελφές της εκεί. Ήταν πέντε, μόνο μία έμεινε στην Ελλάδα, η Κατίγκω, που παντρεύτηκε τον γραμματέα της βασίλισσας Όλγας, τον Διονύσιο Μεσσαλά. Αυτή ήταν η μόνη συγγενής που παρέλαβε τον νεκρό Γουσταύο όταν έφτασε στην Πάτρα. Στην Ελλάδα έμεναν και οι αδελφοί της Θωμαΐδας, ο Αιμίλιος Καρπούνης, αξιωματικός του Ιππικού που έμενε στην οδό Μηλιώνη στο Κολωνάκι, και ο άλλος που ήταν ο υπασπιστής του πρίγκιπα Γεωργίου, ο αρμοστής στην Κρήτη και είχε πολύ περιπετειώδη ζωή.

    Γκούτλαντ
    Ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιωάννης Φιλιππούσης βεβαιώνει, το 1833, ότι η Μαυροδάφνη είναι φυσικός οίνος κατάλληλος για τη θεία λειτουργία.

    Πηγή: lifo.gr

    Τελευταία Άρθρα

    Σχετικά Άρθρα