29.6 C
Athens
Thursday, July 25, 2024
More

    Αλευροβιομηχανία: Παραδοσιακά ο ανθεκτικός κλάδος της ελληνικής οικονομίας

    Το 2023 σύμφωνα με τα αποτελέσματα κλαδικής μελέτης της ICAP CRIF, η συνολική κατανάλωση αλεύρων ακολούθησε ελαφρά ανοδική πορεία.

    Ο ρυθμός ανόδου επηρεάστηκε από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και οι γεωπολιτικές εξελίξεις (πολεμική σύγκρουση Ρωσίας – Ουκρανίας). Για τη διετία 2024-2025 προβλέπεται ότι η κατάσταση θα έχει ομαλοποιηθεί και η κατανάλωση αναμένεται να αυξηθεί με ελαφρώς υψηλότερο ρυθμό (μέσος ετήσιος ρυθμός περίπου 2%).

    Εγχώρια παραγωγή αλεύρων σίτου

    Τη διετία 2018-2019 η παραγωγή αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 4%, αλλά η ανοδική αυτή πορεία διεκόπη το 2020, λόγω της πανδημίας Covid-19 που έπληξε την παγκόσμια αγορά.

    Η εγχώρια παραγωγή σημείωσε αρνητικό ρυθμό μεταβολής, καθώς παρουσίασε συρρίκνωση της τάξης του 6% με την αγορά των επαγγελματικών προϊόντων των αλευρόμυλων να επηρεάζεται εντονότερα.

    Το 2021 ξεκίνησε δύσκολα, αφού τους πρώτους 5 περίπου μήνες η εστίαση, που αποτελεί ένα από τα κύρια κανάλια διανομής του κλάδου (εστιατόρια, ξενοδοχεία, catering), λειτούργησε με αυστηρά μέτρα, λόγω της υγειονομικής κρίσης.

    Ωστόσο, η εγχώρια παραγωγή παρουσίασε άνοδο 3% σε σχέση με το 2020. Το 2022 η παραγωγή του κλάδου συνέχισε να αυξάνεται, αλλά με μικρότερο ρυθμό. Συγκεκριμένα, ο όγκος της παραγωγής εκτιμάται ότι παρουσίασε άνοδο κατά 2%.

    Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει ουσιαστικά τη ζήτηση, καθώς οι εισαγωγές κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, η δε εισαγωγική διείσδυση κυμάνθηκε στο 3% περίπου τα τελευταία χρόνια.

    Οι εξαγωγές 

    Οι εξαγωγές του κλάδου κυμαίνονται επίσης σε χαμηλά επίπεδα με την εξαγωγική επίδοση να διαμορφώνεται περίπου στο 4% την τελευταία πενταετία.

    Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κόστους παραγωγής διαδραμάτισαν το υψηλό ενεργειακό κόστος, καθώς και οι αυξήσεις στα μεταφορικά έξοδα που άρχισαν να παρατηρούνται ήδη από το 2021.

    Το 2020 η εγχώρια κατανάλωση εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά 6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η μείωση αυτή, οφείλεται στις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώθηκαν εξαιτίας της πανδημίας (Covid-19). Η αναστολή λειτουργίας της εστίασης (περίοδοι lockdown), επηρέασε σημαντικά τον κλάδο καθώς, αποτελεί βασικό κανάλι διανομής των προϊόντων. Μεγάλη μείωση, σε σχέση με το προηγούμενο έτος, παρατηρήθηκε στα επαγγελματικά προϊόντα της αλευροβιομηχανίας, που απευθύνονται στη Βιοτεχνική Αρτοποιία και Ζαχαροπλαστική, ενώ σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε στα καταναλωτικά προϊόντα (για οικιακή χρήση). Επισημαίνεται ότι ο επαγγελματικός τομέας καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης αλεύρων. Το 2021 με τη σταδιακή ομαλοποίηση των συνθηκών της αγοράς, η εγχώρια κατανάλωση αλεύρων αυξήθηκε κατά 2%. Η ανοδική πορεία της αγοράς συνεχίστηκε και το 2022, με το μέγεθος της κατανάλωσης να εκτιμάται ότι κατέγραψε αύξηση 4% έναντι του 2021, ενώ το 2023 εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 1% (2023/2022).

    Σε ό,τι αφορά στο σιμιγδάλι, ο μεγαλύτερος όγκος της παραγόμενης ποσότητας απορροφάται από τις βιομηχανίες ζυμαρικών, ενώ μικρότερη ποσότητα κατευθύνεται προς άλλες βιομηχανίες ειδών διατροφής. Το 2022, η εγχώρια κατανάλωση εκτιμάται ότι σημείωσε σημαντική αύξηση κατά 15% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το 2023 η άνοδος εκτιμάται ότι συνεχίστηκε, αλλά με μικρότερο ρυθμό, διαμορφούμενη σε 3%.

    Το 2020 η παραγωγή σιμιγδαλιού παρουσίασε αύξηση 7%. Παρόλο που βασικό κανάλι διανομής για τα ζυμαρικά αποτελεί η εστίαση, η οποία λειτούργησε υπό πολύ αυστηρούς όρους ή και καθόλου κάποιους μήνες του έτους, ωστόσο η ζήτηση ζυμαρικών για οικιακή χρήση αυξήθηκε κατακόρυφα. Το 2021 με την σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα, η παραγωγή σιμιγδαλιού σημείωσε αύξηση περίπου 2%, ενώ το 2022 η παραγωγή εκτιμάται ότι παρουσίασε σημαντική άνοδο 15% σε σχέση με το 2021.

     Αγορά αλεύρων σίτου σε αξία τιμών χονδρικής

    Το μέγεθος της αγοράς αλεύρων σίτου σε αξία (σε τιμές χονδρικής), κατέγραψε σημαντική αύξηση το 2022 σε σχέση με το 2021. Η αύξηση αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών πώλησης των προϊόντων.

    Το σύνολο του ενεργητικού αυξήθηκε καθ’όλη την εξεταζόμενη πενταετία, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη αύξηση το 2021(+9,6%).

    Το 2022 η άνοδος κυμάνθηκε σε 8,0% ενώ η σωρευτική αύξηση διαμορφώθηκε σε 22,5% (2022/2018).

    Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 3,4% το 2022 ενώ η σωρευτική αύξηση την εξεταζόμενη πενταετία κυμάνθηκε σε 5,9% .

    Οι μεσο-μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις παρουσίασαν σημαντική άνοδο κατά 51,4% την περίοδο 2022/18, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν επίσης σημαντικά κατά 33,0% το ίδιο χρονικό διάστημα.

    Ο συνολικός κύκλος εργασιών των εταιρειών του δείγματος ακολούθησε ανοδική πορεία την εξεταζόμενη περίοδο με εξαίρεση το 2020 όπου μειώθηκε κατά 4,3%. Το 2022 σημειώθηκε η υψηλότερη άνοδος της πενταετίας καθώς, ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 41,6% ενώ σωρευτικά κατέγραψε αύξηση 67,3% (2022/18). Τα μικτά κέρδη κατέγραψαν περίπου την ίδια αύξηση το 2022 (41,7%) ενώ σωρευτικά το διάστημα 2022-2018 αυξήθηκαν κατά 26,6%. Τα καθαρά (προ φόρου) κέρδη έπειτα από διαδοχικές μειώσεις τη διετία 2020-2021, παρουσίασαν θεαματική άνοδο το 2022 καθώς υπερτριπλασιάστηκαν ενώ η σωρευτική αύξηση στην πενταετία διαμορφώθηκε σε 44,6%. Επίσης τα EBITDA αυξήθηκαν σημαντικά το 2022 (58,6%) αλλά με αρκετά ηπιότερο ρυθμό συγκριτικά με τα καθαρά κέρδη. Από τις 23 επιχειρήσεις του δείγματος, οι 21 (ποσοστό 91,3%) ήταν κερδοφόρες το 2022 έναντι 19 το 2021 (82,6%).

    Πηγές : ICAP CRIF, CAPITAL

    Τελευταία Άρθρα

    Σχετικά Άρθρα